spacer.png, 0 kB
Βασίλης Μηλίτσης: Η γενοκτονία των Ποντίων. Εκτύπωση E-mail
19 Μαΐου – ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Εισαγωγή

Η ιστορία ενός λαού είναι τόσο σημαντική όσο και η λειτουργία της μνήμης στο καθένα ξεχωριστό άτομο. Η απώλεια της μνήμης συνεπάγεται την απώλεια της ταυτότητας του ατόμου. Κατά παράλληλο τρόπο η λήθη ή η παραχάραξη της ιστορίας ενός λαού έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια της ταυτότητας του ίδιου του λαού. Εμείς ειδικά οι Έλληνες οφείλουμε να διαφυλάξουμε την ιστορική μας μνήμη και να είμαστε γνώστες γεγονότων, είτε καλών, είτε κακών, που μας αφορούν ιστορικά. Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας μας για το οποίο πρέπει να είμαστε ενήμεροι είναι και αυτό της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού και των σχέσεών μας με τους γείτονές μας, τους Τούρκους. Η γνώση αυτή προκαλεί βέβαια οδύνη, αλλά μαζί με τα ευχάριστα οφείλουμε να καταγράφουμε και τα δυσάρεστα, γιατί έτσι θα είμαστε σε θέση να κρίνουμε τα πράγματα αντικειμενικά.
Μετά 71 χρόνια σιωπής, επί τέλους το 1994 όταν στη Συνεδρίαση της 24 Φεβρουαρίου η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα το Νόμο 2193 καθιερώνοντας τη 19 Μαΐου ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από τους Τούρκους.

Οι Έλληνες στον Πόντο

Η παρουσία του ελληνισμού στον Πόντο χρονολογείται από τους προϊστορικούς χρόνους και συνεχίζει αδιάλειπτα τη λαμπρή του ιστορία δια μέσου των κλασικών, ρωμαϊκών, ελληνιστικών και κυρίως των βυζαντινών χρόνων. Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας το 1953, ιδρύεται στον Πόντο η Αυτοκρατορία των Κομνηνών, μια τελευταία αναλαμπή του ελληνισμού, για να πέσει το 1461 και αυτή στα χέρια των Οθωμανών.
Αν και σκλαβωμένοι, οι Έλληνες του Πόντου συνεχίζουν να ευημερούν στα γράμματα, τις τέχνες, τη γεωργία, τη ναυτιλία και το εμπόριο, διατηρώντας συγχρόνως την εθνική τους ταυτότητα και την πίστη τους,. Ο ορθόδοξος ελληνισμός του Πόντου το 1914 αριθμούσε 700.000 άτομα και εκπροσωπούταν με 7 βουλευτές στην τουρκική βουλή. Εκτός από τους ορθοδόξους Έλληνες υπήρχαν και 190.000 εξισλαμισμένοι ρωμιοί καθώς και 43.000 κρυπτοχριστιανοί. Ο ελληνισμός αυτός όμως έμελε να ξεριζωθεί από τον Πόντο το 1923. Ο, τι έχει απομείνει τώρα στα μέρη αυτά είναι μόνο οι απόγονοι των εκτουρκισμένων Ελλήνων, οι οποίοι και αυτοί, σαν τους Ποσειδωνιάτες του Καβάφη, διατηρούν στοιχεία της ποντιακής διαλέκτου καθώς και ορισμένα ελληνικά ήθη και έθιμα χωρίς να ξέρουν το γιατί.

Το χρονικό
Στην ήδη κλονιζόμενη από τα τέλη του 19ου αιώνα Οθωμανική Αυτοκρατορία, την οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις περιμένουν με ανυπομονησία να καταρρεύσει και μετά να τη διαμελίσουν, το 1908,  κάνει την παρουσία του το κίνημα των Νεότουρκων, οι οποίοι έχουν φιλελεύθερο προσωπείο, απώτερο όμως σκοπό την εξόντωση των Ελλήνων και Αρμενίων. Το 1911 κατά τη διάρκεια συνεδρίου των Νεότουρκων, πάρθηκε η εξής απόφαση: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου θα κυριαρχεί η μουσουλμανική δύναμη και κάθε άλλη θρησκευτική αντίληψη θα καταπνίγεται. Τα έθνη που απέμειναν από παλιά στη αυτοκρατορία θεωρούνται παράσιτα και πρέπει να ξεριζωθούν για να καθαριστεί η χώρα».
Το ξεκαθάρισμα αυτό γίνεται με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τον οποίον οι Τούρκοι συμμαχούν με τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί εποφθαλμιούσαν τη Μικρά Ασία τόσο για τις αγορές και τις πρώτες ύλες όσο και για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Ανατολής. Και σ’ αυτούς τους τομείς οι πραγματικοί κυρίαρχοι ήσαν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Γι’ αυτό με τις ευλογίες των Γερμανών αρχίζει το 1915 η εξόντωση 1.500.000 Αρμενίων και ακολουθεί η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Το 1914 η Τουρκία κηρύσσει γενική επιστράτευση καλώντας στα όπλα μουσουλμάνους και χριστιανούς. Στην αρχή εφαρμόζει την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας των χριστιανών. Αργότερα αφοπλίζει τους χριστιανούς στρατιώτες και τους στέλνει στα διαβόητα αμελέ ταμπουρού, δηλαδή εργατικά τάγματα – στην ουσία καταναγκαστικά έργα – όπου οι στρατευμένοι Έλληνες κάτω από κτηνώδεις συνθήκες χωρίς επαρκή τροφή και ρουχισμό, άλλοτε σε πολικό ψύχος και άλλοτε σε αφόρητο καύσωνα δουλεύουν σε έργα οδοποιίας και υποδομής σπάζοντας πέτρες. Σ’ αυτά τα φοβερά κολαστήρια της Τουρκιάς εξοντώθηκε το άνθος του Ποντιακού ελληνισμού. Πολλοί αναγκάζονται να δραπετεύσουν και τότε οι Τούρκοι βρίσκουν αφορμή για αντίποινα να κάψουν τα χωριά τους, να λεηλατήσουν τα σπίτια τους, να κάψουν σχολεία και εκκλησίες και να προβούν σε κάθε είδους θηριωδίες, όπως βιασμοί, ακρωτηριασμοί και απροκάλυπτες δολοφονίες. Σ’ αντίδραση όλων αυτών το 1916 αναπτύσσεται το ποντιακό αντάρτικο που αποκτά έντονο εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα με 20.000 ενόπλους.
Ένα άλλο μέτρο που παίρνουν οι Τούρκοι, κατά προτροπή του Γερμανού Liman von Sanders είναι οι διαβόητοι εκτοπισμοί των ελληνικών πληθυσμών με το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας. Το μέτρο αυτό προέβλεπε την μετακίνηση των Ελλήνων 50 χιλιόμετρα στο εσωτερικό από την πολεμική ζώνη με την υπόσχεση ότι δε θα πειραχθούν οι περιουσίες τους. Το κράτος  θα τους εξασφαλίσει μέσα για τη μετακίνησή τους και θα μπορούν να πουλήσουν ό, τι θέλουν ή να το πάρουν μαζί τους. Στο δρόμο θα τους συνοδεύει η χωροφυλακή ώστε να μην τους πειράξει κανείς. Όμως εντελώς το αντίθετο γίνεται. Οι μετακινούμενοι αναγκάζονται από τις τουρκικές αρχές να περιφέρονται από τόπο σε τόπο και κατ’ αυτό τον τρόπο οι περισσότεροι αποδεκατίζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται του νομάρχη της Σεβάστειας Μουαμέρ  μπέη με τους εκτοπισμένους των χωριών της Κερασούντας.
Δεν πρόλαβαν να ξανασάνουν οι καταταλαιπωρημένοι πεζοπόροι που κατάφεραν να φτάσουν στο νομό του ζωντανοί και βγάζει διαταγή ότι πάει, τέλειωσαν τα βάσανά τους, μπορούσαν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Και ξεκινάνε, λοιπόν, δόστου και πάλι μέσα στα χιόνια και τις παγωνιές και περπατάνε άλλες 20 μέρες και σέρνονται, λιώνουν και πεθαίνουν κι όταν φτάνουν – όσοι επέζησαν – τους υποδέχονται αγριεμένοι ζανταρμάδες (χωροφύλακες).
Γιασάκ! Απαγορεύεται.
Γιατί; Έχουμε διαταγή από το νομάρχη της Σεβάστειας. Να πάρετε δρόμο να γυρίσετε πίσω.  
Μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνεχίζονται τα βάσανα των Ελλήνων, ενώ παράλληλα το Ποντιακό Κίνημα βρίσκεται στην ακμή του. Η Τουρκία εξέρχεται νικημένη από τον πόλεμο και στον Πόντο εγκαθίσταται βρετανική στρατιωτική δύναμη, η οποία μάταια προσπαθεί να αφοπλίσει τις αντάρτικες ομάδες. Κατά την περίοδο αυτή αναπτύχθηκε μεγάλο επαναστατικό και πολιτικό κίνημα για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτος στον Πόντο και παρ’ όλες τις εκκλήσεις των ανταρτών για βοήθεια, η Ελλάδα δεν στέλνει ούτε μία σφαίρα.
Στις 19 Μαΐου 1919 με την απόλυτη έγκριση των Άγγλων αποβιβάζεται στον Πόντο ο Μουσταφά Κεμάλ, αργότερα ο ιδρυτής του νεοτουρκικού σημερινού κράτους, να καταστείλει το Ποντιακό κίνημα. Εκεί ο Κεμάλ αυτονομείται από τις επίσημες Οθωμανικές αρχές και ερχόμενος σε επαφή με τις τουρκικές συμμορίες δημιουργεί το σώμα των τσετών, δηλαδή άτακτων στρατιωτικών σωμάτων. Οι τσέτες ήσαν κοινωνικά αποβράσματα και τρόφιμοι φυλακών χωρίς ίχνος συνείδησης, γι’ αυτό και σκόρπιζαν στο διάβα τους τη φρίκη και το θάνατο. Ο κατεξοχήν σφαγέας του ποντιακού ελληνισμού ήταν ο θηριώδης και αιμοσταγής Τοπάλ Οσμάν. Το 1919 με 2.500 τσέτες επέδραμε στα χωριά της Κολωνίας του πόντου και αφού μάζευε τους κατοίκων φρικωδώς τους κατέσφαζε, αφήνοντας έναν επίτηδες για να γίνει μάρτυρες της φρίκης. Αλλού έκαιγε τα σπίτια με τους κατοίκους των μέσα. Σε μια άλλη πόλη συνέλαβε τα αγόρια και τους άνδρες και τους κατακρεούργησε μπροστά στα γυναικόπαιδα, τα οποία επρόκειτο να εκτελέσει αργότερα. Ενώ ετοιμαζόταν να τα κάψει ζωντανά αντέδρασαν ακόμη και οι τοπικοί τουρκικοί παράγοντες και έτσι σώθηκαν. Αναγκάστηκαν όμως να περπατήσουν ξυπόλητα μια απόσταση είκοσι χιλιομέτρων μέχρι το κοντινό χωριό. Ο Τοπάλ Οσμάν ήταν τόσο διεφθαρμένος ώστε το έστρωνε στο φαγοπότι και διασκέδαζε με μουσική μπροστά στα θύματά του που σπαρταρούσαν αργοπεθαίνοντας. Και ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν το ίδιο θηριώδης. Σύμφωνα με τον Άγγλο θαυμαστή του Kinross, ο οποίος έγραψε τη βιογραφία του, πολλές φορές τον άκουσαν να ουρλιάζει σαν λύκος όταν γινόταν έξαλλος.
Προς αρωγή και ανακούφιση στους βασανισμένους Ποντίους συνέβαλε η δράση δύο μεγάλων ιεραρχών, του μητροπολίτη της Τραπεζούντας Χρύσανθου και του ομολόγου του της Αμισού Γερμανού Καραβαγγέλη. Οι δυο αυτοί άγιοι κληρικοί στήριξαν και προστάτεψαν τον ελληνισμό από τα αδηφάγα δόντια των Τούρκων. Το τελικό πλήγμα του ποντιακού ελληνισμού έρχεται το 1923, όταν με συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και  Τουρκίας αποφασίζεται ανταλλαγή πληθυσμών και έτσι ο ελληνισμός της Μικρασίας αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη γη των προγόνων του και να βρει καινούρια τύχη στην Ελλάδα. Η μετακόμιση αυτή κόστισε πολλές ζωές. Ξεριζώθηκαν από τον Πόντο πάνω από 700.000 – σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς γύρω στις 850.000 – από τους οποίους εξοντώθηκαν 350.000 ψυχές.

Επίλογος

Βγαίνοντας η Τουρκία ηττημένη από τον πόλεμο έπρεπε να πληρώσει. Όχι τόσο γιατί νικήθηκε, αλλά κυρίως γιατί είχε βάρβαρα εγκληματήσει. Οι σφαγές των Ελλήνων και Αρμενίων της αφαιρούσαν κάθε δικαίωμα διαμαρτυρίας και αντίδρασης. Κι όμως οι ισχυροί της Ευρώπης, σύμμαχοί μας μέχρι τότε, για τα συμφέροντά τους υποστήριξαν τον Κεμάλ και η Τουρκία σήκωσε το κεφάλι της και το σηκώνει ξανά, απειλώντας μας με την επεκτατική πολιτική της, τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο, το μισό μέρος της οποίας συνεχίζουν να κατέχουν. Κι εδώ αναρωτιέται κανείς: Ποιος τελικά βγήκε χαμένος και ποιος κερδισμένος;
Η Ελλάδα βέβαια υπέστη ανεπανόρθωτη καταστροφή. Με την ανταλλαγή αυτή η Ελλάδα έχασε την Ανατολική Θράκη, η οποία θα αποτελούσε μια γέφυρα μεταξύ Αιγαίου και Ευξείνου Πόντου. Οι Έλληνες του Πόντου πάλι θα εξασφάλιζαν μια δύναμη στα σύνορα της Ευρώπης και της Ασίας.  Αν δεν είχε ο ελληνισμός υποστεί αυτή την τραγωδία, τώρα η Ελλάδα θα ήταν μια χώρα με τουλάχιστον 30.000.000 κατοίκους, κυρίαρχος τριών θαλασσών και κατά συνέπεια μια υπολογίσιμη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Αλλά και η ίδια η Τουρκία ζημιώθηκε  στον οικονομικό και εμπορικό τομέα με τον εκδίωξη των Ελλήνων εμπόρων και επαγγελματιών από την τουρκική αγορά.
Ο γράφων δεν έχει αντιτουρκικό φρόνημα. Σύμφωνα με το Δημήτρη Ψαθά αντιτουρκικό χαρακτήρα έχουν τα ίδια τα αδιάψευστα γεγονότα που δείχνουν τους Τούρκους έτσι όπως ήταν και έδρασαν στα χρόνια εκείνα. Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια στο βωμό καμιάς σκοπιμότητας. Η αποσιώπηση των γεγονότων στην προκειμένη περίπτωση δε βοηθάει καθόλου τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Να συγχωρήσουμε αλλά να μην ξεχάσουμε. Και να μάθουν επιτέλους οι γείτονές μας το τι έκαναν οι πατεράδες τους ώστε να αποφύγουν να διαπράξουν ό, τι έκαναν στους Ποντίους, τους Αρμενίους και τους Κυπρίους το 1974. Ξέροντας εμείς τους Τούρκους και εκείνοι εμάς, θα μπορέσουμε κάποτε και ίσως σύντομα να χαράξουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε στερεότερες βάσεις. Και για να γίνει αυτό, είναι καιρός πια να πάψει να παραχαράσσεται η ιστορία, αφενός μεν από τους Τούρκους και αφετέρου να κουτσουρεύεται στα διδακτικά βιβλία από μας τους ίδιους.  Τούτο συνεπώς επιτρέπει τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει αναίσχυντα ότι η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είναι απλά ένα επεισόδιο. Περαιτέρω, αποτελεί χρέος της πατρίδας μας να αναγνωριστεί επιτέλους η γενοκτονία των Ποντίων από τη διεθνή κοινότητα, όπως έχει ήδη αναγνωριστεί και αυτή των Αρμενίων.

Βασίλειος Κ. Μηλίτσης
 
< Προηγ.   Επόμ. >
spacer.png, 0 kB

© 2007 www.mesenikolas.gr | Developed and Hosted by Kataskevi eshop Plushost.gr | Supported by Fatsimare.gr